Η Οικοανάπτυξη δεν γεννήθηκε ως μια μονοθεματική εταιρεία. Από την πρώτη στιγμή, το 1996, ξεκίνησε ως μια εταιρεία μελετών, με σαφή επιστημονικό και ερευνητικό προσανατολισμό. Ήδη από το 1997, μια από τις πρώτες της μελέτες αφορούσε τα κουνούπια – ένα αντικείμενο που έμελλε να εξελιχθεί στον βασικό πυλώνα της δραστηριότητάς της. Έτσι ήδη από το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, η εταιρεία πέρασε από τη μελέτη στην πράξη, αναπτύσσοντας επιχειρησιακή δραστηριότητα στην καταπολέμηση κουνουπιών, τομέα στον οποίο εξακολουθεί μέχρι σήμερα να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο και μάλιστα και στο διεθνή χώρο.
Το 2003, αναγνωρίζοντας τις ανάγκες της αγοράς και τις δυνατότητες αξιοποίησης της τεχνογνωσίας της, η Οικοανάπτυξη επεκτάθηκε στον τομέα του pest control, δηλαδή στις απολυμάνσεις και απεντομώσεις. Την επόμενη χρονιά, το 2004, στο πλαίσιο της μεγάλης κινητοποίησης για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, η εταιρεία διεύρυνε περαιτέρω τη δραστηριότητά της, επιδιώκοντας να καλύψει ένα ευρύ φάσμα αναγκών δημόσιας υγείας και περιβαλλοντικής προστασίας, δημιουργώντας το πρώτο της υποκατάστημα στην Αθήνα.
Το 2005 σηματοδότησε μια νέα φάση: η Οικοανάπτυξη εισήλθε δυναμικά στον χώρο της έρευνας και των χρηματοδοτούμενων ερευνητικών προγραμμάτων, αποκτώντας πρόσβαση σε νέες πηγές γνώσης, συνεργασίες και τεχνολογικές υποδομές.
Το 2010 ήταν μια κομβική χρονιά δεδομένου ότι για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό επίπεδο και μάλιστα στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας καταγράφηκε μεγάλη συρροή κρουσμάτων της λοίμωξης του ιού του Δυτικού Νείλου και η Οικοανάπτυξη ανταποκρίθηκε με επιτυχία στην αντιμετώπιση της συγκεκριμένης επιδημίας με δεδομένο τον ρόλο των κουνουπιών του είδους Culex pipiens στη μετάδοση της ασθένειας αυτής. Έκτοτε, η Οικοανάπτυξη συνεισέφερε στον επανασχεδιασμό και στο μετασχηματισμό των έργων καταπολέμησης κουνουπιών μεγάλης κλίμακας από απλά έργα ελέγχου της όχλησης από κουνούπια σε έργα προστασίας της δημόσιας υγείας από ασθένειες μεταδιδόμενες από κουνούπια (Ιός του Δυτικού Νείλου, ελονοσία, δάγκειος, τσικουνγκούνια).
Το 2014, η εταιρεία δραστηριοποιήθηκε για πρώτη φορά σε έναν άλλο στρατηγικό τομέα, στην κτηνοτροφία. Κάθε νέα δραστηριότητα με την οποία ασχολήθηκε η Οικοανάπτυξη δεν ήταν απλώς μια επαγγελματική επιλογή, αλλά μια διαδικασία συλλογικής μάθησης: άνθρωποι, ομάδες και τμήματα υπεισέρχονται σε νέα αντικείμενα, αποκτούν εμπειρία και μεταφέρουν γνώση σε ολόκληρη την εταιρεία. Έτσι, ακόμη και αντικείμενα από τα οποία η εταιρεία έχει αποσυρθεί επιχειρησιακά, όπως το pest control (με τελευταία δραστηριότητα το 2018) δεν χάνονται, παραμένουν ως διαθέσιμη γνώση, έτοιμη να αξιοποιηθεί ξανά αν υπάρξει ανάγκη.
Το 2016, η Οικοανάπτυξη σε καιρούς κρίσης, επένδυσε δυναμικά σε τρία διαφορετικά αντικείμενα, στη γεωργία ακριβείας, στη φυτοπροστασία και στα drones. Το 2019 ενσωματώθηκε το machine learning στις λειτουργίες της εταιρείας, δίνοντας νέα διάσταση στην ανάλυση δεδομένων και στη λήψη αποφάσεων, ενώ το 2022 ξεκίνησε τη λειτουργία του το βιοχημικό-μοριακό εργαστήριο της εταιρείας, ενισχύοντας καθοριστικά τις ερευνητικές και διαγνωστικές δυνατότητες της Οικοανάπτυξης.
Σήμερα, μετά από 30 χρόνια ενασχόλησης με 10 διαφορετικά αντικείμενα ενδιαφέροντος, η εταιρεία έχει καταφέρει όχι μόνο να καινοτομεί αλλά και να παραμένει οικονομικά βιώσιμη: τα 8 από αυτά έχουν ήδη συνεισφέρει σε επίπεδο εσόδων, με την καταπολέμηση κουνουπιών να αντιπροσωπεύει ετησίως από το 50% έως το 100% του συνόλου των εσόδων της εταιρείας από το 1997 και μετά, αποδεικνύοντας ότι η στρατηγική της πολυδιάστατης ανάπτυξης και της συνεχούς μάθησης διασφαλίζει όρους αειφορίας.


Στα τριάντα χρόνιας λειτουργίας της Οικοανάπτυξης, ένα ακόμα χαρακτηριστικό στοιχείο της εταιρείας είναι η αφοσίωση στη συλλογή και τη επεξεργασία μεγάλων χρονοσειρών δεδομένων πεδίου. Έτσι, ήδη από τον πρώτο χρόνο λειτουργίας της ως ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΠΕ το 1996 (τέσσερα χρόνια πριν γίνει ΑΕ), διατηρεί ένα σταθερό δίκτυο συλλογής δεδομένων ακμαίων κουνουπιών με τη μέθοδο Human bait (ανθρώπινο δόλωμα): διενεργώντας εβδομαδιαίες δειγματοληψίες συστηματικά σε 10 δειγματοληπτικούς σταθμούς στην πεδιάδα της δυτικής Θεσσαλονίκης (Ανατολικό, Καλοχώρι, Μάλγαρα, Σίνδος, Χαλάστρα, Χαλκηδόνα, Άδενδρο, Γέφυρα, Κουφάλια, Λουδίας). Τα δεδομένα αυτά κατατίθενται συστηματικά στις ετήσιες εκθέσεις προς την Νομαρχία Θεσσαλονίκης παλαιότερα, την Αναπτυξιακή Εταιρεία Νομού Θεσσαλονίκης στη συνέχεια και στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας τα τελευταία 13 χρόνια.



